Το τέλος της πολιτικής αντιπροσώπευσης;

Posted: Οκτώβριος 30, 2012 in ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Του Αλέξανδρου Κιουπκιολή *

«Γιατί πέρασε τον δρόμο ο Νικ Κλεγκ; Γιατί είπε ότι δεν θα τον περνούσε». Αυτό το ανέκδοτο που κυκλοφορεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, για τον αναπληρωτή πρωθυπουργό της κυβέρνησης Συντηρητικών και Φιλελεύθερων Δημοκρατών, συμπυκνώνει πολύ εύγλωττα το autodafé της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη χώρα που τη γέννησε. Στην προεκλογική εκστρατεία του 2010, ο ηγέτης των Φιλελευθέρων Δημοκρατών αυτοπροβαλλόταν ως ο εγκαινιαστής μιας νέας, πιο ανοικτής και διαφανούς πολιτικής, που λογοδοτεί στους πολίτες και δεσμεύεται απέναντί τους. Εξελέγη ως η ενσάρκωση μιας εναλλακτικής λύσης, που θα θεράπευε τον εκφυλισμένο, αναξιόπιστο κοινοβουλευτισμό, μέσα από τους ίδιους τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Η ιλαροτραγική διάψευση της ελπίδας ήρθε πολύ γρήγορα, αλλά η ταχύτητα της ανατροπής δεν ήταν μεγαλύτερη από την αντίστοιχη της «κυβέρνησης εθνικής ευθύνης και συνεννόησης», που θα αναδιαπραγματευόταν το μνημόνιο στην Ελλάδα…

Όλο και πιο συχνά σήμερα, οι πολιτικοί αντιπρόσωποι όχι μόνον δεν τιμούν τις προτιμήσεις της πλειοψηφίας σύμφωνα με τις ρητές προεκλογικές δεσμεύσεις τους, αλλά με την άνοδό τους στην εξουσία εφαρμόζουν τις ακριβώς αντίθετες πολιτικές από εκείνες που πρέσβευαν και βάσει των οποίων εξελέγησαν. Εν ολίγοις, όχι απλώς δεν αντιπροσωπεύουν τη βούληση της πλειοψηφίας, όπως αποτυπώνεται μέσα από την εκλογική διαδικασία, αλλά την παραβιάζουν και την αντιμάχονται ευθύς εξαρχής. Στην ελληνική περίπτωση, η κυβέρνηση της τριανδρίας δεν μπορεί καν να επικαλεστεί, όπως ο Γ.Α.Π., μια απρόβλεπτη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που επιτάσσει έκτακτες πολιτικές, πέρα από τις προεκλογικές υποσχέσεις. Οι γενικές συνθήκες παραμένουν λίγο-πολύ οι ίδιες και η διαχείρισή τους σε σχέση με τη μνημονιακή καταστροφή ήταν ακριβώς το κύριο επίδικο των εκλογών και της προεκλογικής αντιπαράθεσης.

Η αναίρεση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και ο ολιγαρχικός εκφυλισμός της συνταγματικής δημοκρατίας ενυπάρχει ως ισχυρή δυνατότητα στην ίδια την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση, από τη στιγμή που αυτή θεσπίζει τον χωρισμό των κυβερνώντων από τους κυβερνώμενους. Η ισχυρή δυνατότητα γίνεται σχεδόν νομοτελειακή πραγματικότητα, όταν η αντιπροσωπευτική δημοκρατία λειτουργεί υπό τους όρους μιας οικονομίας της αγοράς, η οποία παράγει εγγενώς ανισότητες πλούτου και εξουσίας και ελέγχεται από ολίγους. Στον βαθμό που το κράτος και η κυβέρνηση εξαρτώνται από μια τέτοια οικονομία, για την εξασφάλιση των πόρων τους και την πραγματοποίηση των πολιτικών τους, η άνιση οικονομική ισχύς αποκτά δομικά δυσανάλογη επιρροή στην πολιτική των αντιπροσώπων σε βάρος της βούλησης των πολλών. Η εκπλήρωση αυτού του οιονεί νόμου της ολιγαρχίας σε ένα καπιταλιστικό αντιπροσωπευτικό καθεστώς εμποδίστηκε στη μεταπολεμική περίοδο από τις οργανωμένες δυνάμεις της εργασίας και τον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Αλλά τώρα και οι δύο ανασχετικοί παράγοντες έχουν εκλείψει, ενώ η παγκοσμιοποίηση και η νεοφιλελεύθερη ρύθμιση των αγορών έχουν αυξήσει εκθετικά την οικονομική και πολιτική εξουσία του κεφαλαίου, ιδιαίτερα του χρηματοοικονομικού.

Γι’ αυτό ακριβώς το κίνημα των «πλατειών» και των «αγανακτισμένων» που διαδόθηκε εν είδει ιού το 2011 από την Β. Αφρική στη Β. Αμερική, περνώντας από τη μεσογειακή Ευρώπη, ήταν ταυτόχρονα και αξεδιάλυτα μια συλλογική εξέγερση ενάντια τόσο στη μαζική εξαθλίωση που παράγει η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιότητα, όσο και στην απουσία «πραγματικής δημοκρατίας», όχι μόνο σε δικτατορικά καθεστώτα αλλά και σε αντιπροσωπευτικά-φιλελεύθερα. Όπως είπε χαρακτηριστικά η Τζούντιθ Μπάτλερ, συνοψίζοντας τη στάση αυτών των κινημάτων, «Δεν θα ήμασταν εδώ αν οι αιρετοί αξιωματούχοι εκπροσωπούσαν τη λαϊκή βούληση. Διαχωριζόμαστε από την εκλογική διαδικασία και τη συνέργειά της στην εκμετάλλευση. Καθόμαστε και στεκόμαστε και κινούμαστε και μιλάμε, όπως μπορούμε, ως η λαϊκή βούληση, την οποία ξέχασε και εγκατέλειψε η εκλογική δημοκρατία».1

Η ίδια απαξίωση και καταστροφή έπληξαν, ως γνωστόν, και την ιστορική επαναστατική εναλλακτική: την αντιπροσώπευση ενός υποτιθέμενου καθολικού υποκειμένου χειραφέτησης από ποικιλώνυμες, ως επί το πλείστον λενινιστικές, πρωτοπορίες, που μιλούσαν στο όνομα των μαζών και των πανανθρώπινων συμφερόντων, τα οποία η «προχωρημένη συνείδηση» των πρωτοπόρων είχε συλλάβει και προωθούσε με τη δράση της. Οι πρωτοπορίες και οι φωτισμένες ηγεσίες πέθαναν μαζί με την ιδέα, πρώτον, ότι υπάρχουν κάποια προκαθορισμένα σχήματα κοινωνικής απελευθέρωσης και δικαιοσύνης, και με την απεχθή πράξη, δεύτερον, της άνωθεν ποδηγέτησης, της καταπίεσης ή και της εξολόθρευσης των μαζών που δεν κατανοούσαν τα αντικειμενικά τους συμφέροντα και ήταν, ούτως ή άλλως, αδύνατο να απελευθερωθούν με πρακτικές εξουσιασμού. Γι’ αυτό και τα εξισωτικά κινήματα της τελευταίας δεκαπενταετίας, από τους Ζαπατίστας έως το Occupy Wall Street, προκρίνουν οριζόντιες συμμετοχικές δομές και αμεσοδημοκρατικές πρακτικές, απορρίπτοντας μετά βδελυγμίας όλες τις πρωτοπορίες του κόσμου.

Σημαίνει αυτό, άραγε, ότι η πολιτική της αντιπροσώπευσης ανήκει πια στον σκουπιδοντενεκέ της ιστορίας, από τη σκοπιά τουλάχιστον των δημοκρατικών αξιών και προταγμάτων, και ότι η συλλογική αυτονομία ή θα είναι άμεση ή δεν θα υπάρχει; Η απάντηση είναι όχι, και αυτό για συγκυριακούς αλλά και διαχρονικούς λόγους. Το παράδειγμα του πρόσφατου κινήματος των καταλήψεων δημόσιων χώρων στις Η.Π.Α. είναι άκρως διαφωτιστικό. Οι συμμετέχοντες και οι συμμετέχουσες μιλούσαν στο όνομα του 99% που αντιμάχεται το 1% της δεσποτικής ολιγαρχίας. Αλλά η συμμετοχή των πολιτών πόρρω απείχε από το 99% του συνόλου που επικαλούνταν -για να το διατυπώσουμε κομψά. Και όχι μόνον αυτό, αλλά οι κινηματίες ανέλαβαν μια λειτουργία καταστατικής αντιπροσώπευσης, με την οποία οι εκπρόσωποι δεν εκπροσωπούν τη δεδομένη βούληση του λαού, αλλά ορίζουν και συγκροτούν οι ίδιοι αυτή τη λαϊκή βούληση στην οποία αναφέρονται, όπως ακριβώς και πολλοί ηγέτες και εκπρόσωποι στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Το 99% των Αμερικανών πολιτών περιλαμβάνει και το Tea Party, Ρεπουμπλικανούς, χριστιανούς φονταμενταλιστές, φανατικούς υπέρμαχους της «ελεύθερης αγοράς» κ.ο.κ. Τα κινήματα των καταλήψεων άρθρωναν μια βούληση την οποία εμφάνιζαν ως βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας ενώ, στην πραγματικότητα, ήταν προϊόν της δικής τους συλλογικής διαβούλευσης. Και καλά έκαναν, από μια άποψη.

«Το παλιό έχει πεθάνει και το νέο δεν έχει γεννηθεί ακόμη». Γι’ αυτό ακριβώς και μια πολιτική της «αμεσοκρατίας», όπου τα ενεργά πολιτικά υποκείμενα της προοδευτικής αλλαγής θα επεδίωκαν μόνον να βοηθήσουν να ανασυρθεί, να προβληθεί πιστά και να πραγματωθεί η πλειοψηφική βούληση, είτε στους κατεστημένους κοινοβουλευτικούς θεσμούς ή και σε τοπικές αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις, θα ήταν σήμερα είτε αδύνατη είτε επικίνδυνα συντηρητική. Στις συνθήκες του καιρού και του τόπου μας, η συλλογική βούληση για το νέο δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί, και οι κυρίαρχες κοινωνικές διαθέσεις ταλαντεύονται ανάμεσα στη νοσταλγία για το πρόσφατο παρελθόν των ευρωπρογραμμάτων, της λαμογιάς, της διαπλοκής κ.ο.κ., και στον φόβο του ξένου και του άγνωστου μέλλοντος. Το νέο δεν θα μπορέσει να συγκροτηθεί και να ευδοκιμήσει μέσα από δημιουργικούς αγώνες, αν οι μεν θεσμικοί φορείς της αριστεράς θέλουν να λειτουργούν ως απλοί και άδολοι εκφραστές των πλειοψηφικών προτιμήσεων, ακολουθώντας τις έρευνες της κοινής γνώμης, οι δε κινηματικοί δρώντες επιδιώκουν κατ’ εξοχήν την αύξηση της μαζικής παρουσίας του πλήθους σε άμεσες συμμετοχικές διαδικασίες και την απλή ανάδειξη και συνάθροιση των δεδομένων επιθυμιών και αντιλήψεών του.

Καλούμαστε, λοιπόν, να αναζητήσουμε δύσβατους αλλά ελπιδοφόρους δρόμους, πέρα από την παλιά εξουσιαστική αντιπροσώπευση αλλά και από μια αφελή μεταστροφή στην άμεση δημοκρατία. Και τούτο γιατί, και εκτός της συγκυρίας, μια ολοκληρωμένη άμεση δημοκρατία θα απαιτούσε την πλήρη παρουσία της κοινωνίας στον εαυτό της: τη διαρκή και ενεργό συμμετοχή όλων ανεξαιρέτως των πολιτών στα κοινά, σε όλα τα πολλαπλά τους επίπεδα (δημόσια αγαθά, ζητήματα γενικής και τοπικής πολιτικής κ.ά.), καθώς και τη συστηματική επίτευξη μιας αβίαστης, ομοιογενούς συναινετικής βούλησης, δηλαδή την εξάλειψη των ριζικών διαφορών. Μια τέτοια συνθήκη, εκτός από σχεδόν ανέφικτη είναι, μάλλον, και ανεπιθύμητη.

Η διέξοδος δεν θα βρεθεί με την επάνοδο σε μια «αντιπροσώπευση» από κυρίαρχους καθοδηγητές και φωστήρες, αλλά με την επιδίωξη μιας δύσκολης ισορροπίας εκ μέρους των σημερινών υποκειμένων της πολιτικής δράσης. Μια νέα ηγεμονία στην κατεύθυνση της εξισωτικής χειραφέτησης θα πρέπει να οργανωθεί με άξονα το όραμα μιας κοινωνίας συμμετοχικής αυτοοργάνωσης με ισότητα και ενδυνάμωση όλων των μοναδικοτήτων, η οποία θα προκύψει από τις αντίστοιχες πολιτικές μορφές: οριζόντιες δομές αυτοδιεύθυνσης και ελεύθερης συμβίωσης που αντιμάχονται τις σχέσεις κυριαρχίας, ανοικτά, ευέλικτα σχήματα κοινωνικής συνεργασίας. Στην πορεία του κοινωνικού αυτομετασχηματισμού οι υποστηρικτές αυτού του προτάγματος δεν θα πρέπει να περιοριστούν στο ρόλο μιας παθητικής θέασης ή προβολής ή καταγραφής της συγκροτημένης συλλογικής βούλησης για αυτή την άλλη κοινωνία, η οποία βούληση απλώς δεν υπάρχει ή είναι εξαιρετικά θολή και ασχημάτιστη. Ούτε θα πρέπει να γίνουν, από την άλλη, οι νέες ηγεσίες που θα ποδηγετήσουν τα εγχειρήματα του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού εμποδίζοντας εξαρχής τη χειραφέτηση των πολλών. Θα πρέπει να δράσουν ως καταλύτες-πυροδότες του συλλογικού αναστοχασμού και της επινόησης του νέου, παρεμβαίνοντας ενεργά με ριζοσπαστικές κριτικές, προτείνοντας προχωρημένα σχέδια δράσης και κοινωνικής αλλαγής, αλλά παραμένοντας πάντα ίσοι μέτοχοι στις κοινές διαβουλεύσεις και συμπράξεις του πλήθους, ενθαρρύνοντας την αυτοδύναμη σκέψη και τον αυτομετασχηματισμό των πολλών.

Και στο μέλλον, μια άλλη, πραγματική δημοκρατία δεν θα επιτάσσει την καθολική πολιτική συστράτευση και συναίνεση. Θα διαχειρίζεται όλα τα ποικίλα πεδία κοινού ενδιαφέροντος και συνεργασίας με φόρουμ ανοικτής διαβούλευσης που θα εξασφαλίζουν καθολικά τη δυνατότητα ίσης συμμετοχής. Οι ευέλικτοι και δικτυωμένοι χώροι αυτοκυβέρνησης των πολλών θα δεσμεύονται από αρχές σεβασμού προς τα ίσα βασικά δικαιώματα των μειοψηφιών και θα θεσπίζουν μηχανισμούς μέγιστης διαφάνειας, λογοδοσίας και ελέγχου από το σύνολο ενός κοινωνικού σχηματισμού. Δεν θα επιτρέπουν, έτσι, αυτό που κατά τη Χάννα Άρεντ αποτελεί ένα αναπόφευκτο, αλλά θεμιτό (για την ίδια) χαρακτηριστικό των άμεσων δημοκρατιών: τον σχηματισμό νέων ελίτ από ομάδες πολιτών που δραστηριοποιούνται μόνιμα και ενεργά στους θεσμούς της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης σε αντίθεση με μια πιο χαλαρή και πιο αδρανή κοινωνική πλειοψηφία. Mια μελλοντική δημοκρατία όπως αδρογραφήθηκε παραπάνω θα μπορούσε να είναι και άμεσα συμμετοχική και πραγματικά αντιπροσωπευτική, χωρίς να προϋποθέτει την ανελεύθερη ομοιογένεια ή τη διαρκή πολιτική στράτευση όλων, και χωρίς να νομιμοποιεί νέες μορφές ολιγαρχίας στο όνομα μιας άμεσης παρουσίας της κοινωνίας στον εαυτό της.

* Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής διδάσκει πολιτική θεωρία στο ΑΠΘ

1. Judith Butler, “Composite Remarks”, Occupy Los Angeles Reader, τ.1-3, Νοέμβριος 2011, σ.89.

Αναδημοσίευση από: Η Αυγή

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s