Αρχείο για Ιανουαρίου, 2013

(περισσότερα…)

Advertisements

”Το κρατητήριο στο οποίο κρατούνταν ουδέποτε καθαρίζεται ή απολυμαίνεται και γενικότερα δεν τηρούνται εντός αυτού ούτε οι στοιχειώδεις κανόνες καθαριότητας και υγιεινής (υπάρχει μόνο μία χημική τουαλέτα για όλους τους κρατουμένους και βρίσκεται στο χώρο που κοιμούνται, δεν υφίσταται στο κρατητήριο καμία παροχή νερού, οι δε κρατούμενοι υποφέρουν από ψείρες, ψύλλους, ψωρίαση, τύφο, δερματικές παθήσεις και λοιπές λοιμώδεις μεταδοτικές ή μη ασθένειες). Έτσι, ο χώρος κράτησης των κατηγορουμένων αποτελεί σοβαρή εστία μικροβίων, ιών και λοιπών βλαπτικών για τον άνθρωπο μικροοργανισμών…”  αναφέρει η απόφαση του δικαστηρίου της Ηγουμενίτσας  σε μια απόφαση κόλαφος για τις συνθήκες κράτησης μεταναστών στην Ελλάδα.

(περισσότερα…)

«Κοίταξε με καλά, βγάλε μου την κουκούλα που μου φόρεσαν εισαγγελείς, μπάτσοι και τα δελτία των 8. Αν σηκώσεις το κεφάλι θα με δεις. Εγώ είμαι. Με ξέρεις. Πιθανόν με έχεις δει να κάνω μάθημα στο παιδί σου ή στις ουρές του ΟΑΕΔ ή στα διπλανά ταμεία της ΔΕΗ.

Με λένε Μαρία, Ελένη, Ειρήνη, Γεωργία, Ελευθερία… Ποτέ δεν ρώτησες το όνομα μου, αλλά δεν πειράζει, συνεχίζω να ελπίζω πως θα έρθουν μέρες που δεν θα είμαι πλέον για σένα μια «γνωστή άγνωστη». Συνεχίζω να ελπίζω ότι κάποια μέρα θα νοιώθεις τη θέρμη του σώματος μου, όταν θα με κρατάς γερά στην «αλυσίδα».

Ξέρω, λίγο πριν κλείσεις τα μάτια σου τη νύχτα δεν θα με σκεφτείς, θα κάνεις υπολογισμούς για το νοίκι, το χαράτσι, το γάλα του παιδιού, την επίσκεψη στο γιατρό… Ξέρω, σε σκέβρωσε το κρύο, η μιζέρια και η ανεργία. Έπαψες πλέον να χαμογελάς, τσιγκουνεύτηκες ακόμη και τις ευχές για το νέο έτος. Τα ξέρω όλα αυτά γιατί τα ζω και εγώ, καθημερινά.

Όταν αποφάσισα να μπω στη βίλα Αμαλίας ήξερα ότι θα με συλλάβουν. Όταν με συνέλαβαν ήξερα ότι το μόνο όπλο μου θα είναι το χαμόγελο στα μάτια μου, η υψωμένη μου γροθιά, το «σ’ αγαπώ» γραμμένο στη σκόνη της κλούβας κι αυτός ο στίχος που χρόνια έχει σφηνώσει στο μυαλό μου: «Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος, το να μην παραδίνεσαι, αυτό είναι». (περισσότερα…)

Του Αντώνη Αγγελή

Υπάρχουν πάρα πολλές λέξεις που αποδίδουν την απανθρωπιά, την εκμετάλλευση, την αδικία, την εξαπάτηση, την αναξιοπρέπεια, απ’ όλες όμως ο καπιταλισμός είναι η αντιπροσωπευτικότερη, γιατί περιλαμβάνει όλες αυτές τις έννοιες μαζί. Το κακό είναι ότι ο καπιταλισμός πέρα από απλός όρος, είναι το οικονομικό αυτό σύστημα που αιώνες τώρα καθορίζει την κοινωνικό-πολιτική πραγματικότητα των λαών. Μια επικείμενη κατάρρευση του καπιταλισμού θα σήμαινε την ταυτόχρονη κατάρρευση ολόκληρου του γνωστού μέχρι τώρα κόσμου για τον άνθρωπο, ολόκληρης της πραγματικότητάς του. Κάτι τέτοιο φαίνεται να προμηνύουν ορισμένες από τις φράσεις που ακούγονται όλο και πιο συχνά τελευταία, όπως: «το οικονομικό μοντέλο καταρρέει», «το οικονομικό σύστημα και οι πολιτικές που το στηρίζουν αποτυγχάνουν». Τέτοιες διατυπώσεις γεννούν σίγουρα ένα πλήθος προβληματισμών, όπως εξίσου σίγουρα εγείρουν οράματα, φόβους και ψευδοδιλήμματα.

Ο καπιταλισμός όμως είναι ένα σύστημα, που έχει αποδείξει επανειλημμένα την ανθεκτικότητά του στην κρίση των χρόνων και στα χρόνια της κρίσης. Για την ακρίβεια, είναι ένα σύστημα που γεννά κρίσεις προκειμένου μεταλλαγμένο πια να αναβιώσει και να συνεχίσει να λειτουργεί. Ο καπιταλισμός έχει μια εγγενή ιδιότητα, μετασχηματίζεται, απ’ αυτό ανατροφοδοτείται. Τα ποικίλα επίθετα που έχει λάβει μέσα στους αιώνες, μέχρι το σύγχρονό του -νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός- αποδεικνύουν αυτήν την εγγενή υβριδικότητά του.

Αυτοί που προσδίδουν θετικό πρόσημο στον καπιταλισμό, ερμηνεύουν αυτήν την ιδιαιτερότητά του -την ευμεταβλητότητά του- σαν απόδειξη λειτουργικής τελειότητας, παρουσιάζοντάς τον ταυτόχρονα ως γέννημα, δημιούργημα και αποτέλεσμα της φυσικής, καθορισμένης και αναμενόμενης εξέλιξης του ανθρώπου και των κοινωνιών του. Από την άλλη, όσοι αποδίδουν στο καπιταλιστικό σύστημα αρνητικό πρόσημο, υποστηρίζουν ότι η λερναιακή του μορφή αντλείται από την εξουσιαστική ισχύ του κεφαλαίου, που μπορεί να αλλάζει διαρκώς προσωπεία τόσο μέσα από τη ρυθμιστική λειτουργία που επιτελούν σε κάθε επίπεδο πολιτικό-κοινωνικής οργάνωσης οι νόμοι της αγοράς, όσο και μέσα από την εκάστοτε ηγεμονική νοοτροπία της αστικής τάξης. Αυτή η δεύτερη άποψη (που με βρίσκει σε μεγάλο βαθμό σύμφωνο) επικαθορίζεται από μια κρατικίστικη προοπτική (που με βρίσκει αντίθετο). Αυτές οι δύο κυρίαρχες τοποθετήσεις, χωρίς να περιλαμβάνω έναν μεγάλο αριθμό άλλων προσεγγίσεων και θεωρήσεων του εν λόγω συστήματος αλλά και χωρίς να τον αποκλείω, εκτός του ότι αποδίδουν στον καπιταλισμό το χαρακτήρα του αναπόφευκτου είτε ως φυσική αναγκαιότητα είτε ως αναγκαίο κακό, αγνοούν τη δομική του ισχύ. (περισσότερα…)

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ

Posted: Ιανουαρίου 7, 2013 in ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τσατάλια τα νεύρα. Έφυγε τρέχοντας μόλις σχόλασε. Σούπερ μάρκετ. Κουβάλησε τις σακούλες νιώθοντας να λείπουν τα πόδια της, από την κούραση. Να ετοιμάσει το σπίτι αλλάζοντας θέση στα έπιπλα, να ετοιμάσει φαγητά για το βράδυ, να κάνει ένα τελευταίο καθάρισμα, να κάνει ένα μπάνιο, να αλλάξει η χρονιά, να…
Στην αρχή άκουσε το θυροτηλέφωνο. Δεν έδωσε σημασία. «Γυφτάκια», σκέφτηκε. Τα είχε δει στη διπλανή πολυκατοικία να χτυπάνε κουδούνια για τα κάλαντα. Δεν τα άντεχε τα γυφτάκια. Τελευταία δεν άντεχε κανέναν.
Κάποιος θα τους άνοιξε. Τώρα χτυπούσαν το κουδούνι της πόρτας της. Μία φορά, δύο, τρεις, ασταμάτητα. Κάθε γκλιν γκλον την πυροβολούσε στο μυαλό. Η επιμονή και το θράσος τους την εξόργισαν. Άνοιξε την πόρτα με δύναμη και ούρλιαξε «γιατί χτυπάτε έτσι το κουδούνι;»
Τα δύο κοριτσίστικα μάτια έκαναν γρήγορα βήματα πίσω κι έγιναν φοβισμένα. Το αγόρι άνοιξε το χέρι του κι έδειξε. «Δε δίνω μία» του τσίριξε και «Όχι, να μην τα πείτε!».
Το δάχτυλο συνέχισε να δείχνει. Το πήρε για σημάδι και γύρισε γρήγορα το κεφάλι της να δει τι έδειχνε. Είδε τα κλειδιά της να κρέμονται έξω από την πόρτα. Το κλειδί του σπιτιού, του αυτοκινήτου, του γραφείου, κλειδιά πολλά.
«Τα κλειδιά σας ξεχάσατε. Γι’ αυτό χτυπούσαμε το κουδούνι», είπε.
Έπιασε το μέτωπό της σα να πονούσε το κεφάλι της. Έσκυψε. «Συγγνώμη».
Κάθισαν μαζί γύρω στη μία ώρα. Ήπιαν πορτοκαλάδα, έφαγαν μελομακάρονα, της είπαν ότι φέτος δεν έβγαλαν τίποτε από τα κάλαντα, δίκιο έχει ο κόσμος, που να τα βρει, πολλοί φτωχοί σαν κι αυτά…
Τα λεφτά που τους έδωσε της είπαν ότι ήταν πολλά. Δεν πείραζε που έχασαν μια ώρα κάλαντα. Έτσι κι αλλιώς…
Επέμενε. Τους τα έβαλε στην τσέπη.
Έφυγαν κρατώντας όλες τις σακούλες που εκείνη είχε αγοράσει από το σούπερ μάρκετ.
«Δε γαμιέται το ρεβεγιόν» αποφάσισε στα γρήγορα με τον εαυτό της. Θα έπαιρνε πίτσες, μπύρες και σ’ όποιον άρεσε.
Πήρε από τη βιβλιοθήκη τους «Αρραβώνες του κυρίου Ιρ», ξάπλωσε στο κρεβάτι κι άρχισε να διαβάζει.
Ας την έπαιρνε ο ύπνος. Όταν έρχονταν ας χτυπούσαν το κουδούνι να την ξυπνήσουν. Άλλωστε, το δικό της ρεβεγιόν το είχε κάνει…

Πέρασαν σχεδόν δυόμισι χρόνια μνημονίων. Δυόμισι χρόνια βαθύτατων αντιλαϊκών ανατροπών με την ανεργία να φτάνει σε     δυσθεώρητα ύψη, η ακραία φτώχεια συνεχώς να μεγαλώνει και το μέλλον να φαντάζει αβέβαιο για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Όμως ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, χειραγωγημένο από το πολιτικό σύστημα και τα μμε που το στηρίζουν, βρήκε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημά του ήταν οι μετανάστες.

Ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι που έχουν δαιμονοποιηθεί τόσο; Θύματα πρώτα στις χώρες καταγωγής τους από την οικονομική εξαθλίωση, τους πολέμους και τα καταπιεστικά καθεστώτα που πολλές φορές στηρίζονται από τα συμφέροντα της ΕΕ. Ύστερα, θύματα των δουλεμπόρων στα σύνορα που τους αφαιμάζουν οικονομικά, για να φτάσουν μετά από ταλαιπωρίες χιλιάδων μιλίων στην ευρωπαϊκή »γη της επαγγελίας» και τέλος θύματα των ντόπιων αφεντικών από την εκμετάλλευσή τους στα χωράφια και τα γιαπιά. Και μετά απ’ όλα αυτά πέφτουν και θύματα της ρατσιστικής βίας. (περισσότερα…)

Ημερομηνία: 03/01/2013

Αποδείξεις για τη “συστημικότητα” της Χρυσής Αυγής – Από την Πρωτοβουλία Καλλιθέας ενάντια στο φασισμό και τη ρατσιστική βία

 

Όταν οι φασίστες στέκονται προσοχή στα αφεντικά τους
αποδείξεις για την ”συστημικότητα” της Χρυσής Αυγής
Ο φασισμός στηρίζεται και αναπτύσσεται σε περιόδους κρίσης του καπιταλισμού και επίθεσης στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις του λαού, με έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο: να βάλει “στο γύψο” τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τους καταστρεφόμενους μικρέμπορους και αυτοαπασχολούμενους, την νεολαία.  Να θάψει την αντίσταση στην πολιτική που ασκείται από τις κυβερνήσεις του κεφαλαίου κάτω από τις μαύρες στολές και τα άρβυλα, να τσακίσει τα εργατικά συνδικάτα, να υποδείξει ως ένοχο για την κατάσταση τον διπλανό, εμπλέκοντας σε μια ενδοταξική διαμάχη όλους τους πληττόμενους από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές, με μόνο κερδισμένο το μεγάλο κεφάλαιο που βγαίνει “λάδι” από τον εμφύλιο των φτωχών.
Η Χρυσή Αυγή, ως γνήσιο νεοναζιστικό μόρφωμα, υπηρετεί αυτόν ακριβώς τον σκοπό: αποπροσανατολίζει το λαό από το πραγματικό πρόβλημα, που είναι η πολιτική συγκυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ – κεφαλαίου και υποδεικνύει ως υπεύθυνους για την κατάσταση τους μετανάστες, τους δημόσιους υπάλληλους, τους εργαζόμενους που αμείβονται λίγο καλύτερα.
Είναι ωστόσο οξύμωρο ότι ένα μόρφωμα που εξυπηρετεί τους πιο στρατηγικούς στόχους του συστήματος, το ξεζούμισμα του λαού, καταφέρνει να πλασάρεται ως “αντισυστημικό” και με αυτό το προσωπείο να μπει στην Βουλή μετά τις εκλογές του περασμένου καλοκαιριού. Στην εδραίωση του “αντισυστημικού” προσωπείου βέβαια βοήθησαν τα ΜΜΕ, που τους παρουσίαζαν ως κάτι νέο και άφθαρτο, αλλά και η αυταπάτες ότι για την κρίση φταίνε οι “κλέφτες πολιτικοί” και τα “λαμόγια” – τους οποίους η Χρυσή Αυγή υποσχέθηκε ότι θα τιμωρήσει με ωμή βία – και όχι το ίδιο το οικονομικό σύστημα, ο καπιταλισμός, ο οποίος έχει στο DNA του τις κρίσεις και γεννά τα φαινόμενα διαφθοράς.
Ωστόσο απ’ όταν οι νεοναζί έγιναν κοινοβουλευτικό κόμμα έχουν δώσει πολλά και συγκεκριμένα δείγματα γραφής για το πόσο “αντισυστημική” και αδιάφθορη δύναμη είναι. Ας δούμε λοιπόν, παρακολουθώντας την παρουσία τους στη Βουλή, αν τα χέρια του Μιχαλολιάκου και της συμμορίας του είναι όντως τόσο καθαρά όσο δηλώνει. (περισσότερα…)

Το ντοκιμαντέρ πραγματεύεται τη σύγχρονη μετανάστευση μέσα από ένα οδοιπορικό στους εργασιακούς χώρους όπου απασχολούνται οι αλλοδαποί εργάτες, συχνά κάτω από αντίξοες συνθήκες.
Ο μετανάστης σε αυτή την ταινία τεκμηρίωσης αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως «προϊόν» μιας μετακίνησης ανάγκης αλλά κυρίως ως το «αντικείμενο» μιας σκληρής εκμετάλλευσης της εργατικής του δύναμης.
Οι μετανάστες χρησιμοποιούνται ως αναλώσιμοι προκειμένου να μεγιστοποιηθεί το κέρδος, καθώς βρίσκονται γύρω μας ουσιαστικά «αόρατοι», χωρίς να τους έχουν παραχωρηθεί έστω και τα στοιχειώδη εργασιακά και ανθρώπινα δικαιώματα.
Παράλληλα σκιαγραφείται η αγωνία τους για ένα καλύτερο μέλλον, οι δυσκολίες διαβίωσης, ενσωμάτωσης αλλά και ο διογκούμενος ρατσισμός που υφίστανται.
Μέσα σε αυτό το δυσοίωνο τοπίο, αναδύεται η αλληλεγγύη, η οργή και ο αγώνας ώστε να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους: τόσο ως απόκληροι «ξένοι», όσο και ως οι πλέον βάρβαρα εκμεταλλευόμενοι εργαζόμενοι.

Director: Costas Stamatopoulos
Script: Fotis Mihalopoulos