95 χρόνια από τη δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ: Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα;

Posted: Ιανουαρίου 15, 2014 in ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Αναδημοσίευση από rproject.gr

«Η κόκκινη Ρόζα χάθηκε κι αυτή, κανείς δεν ξέρει που το κορμί της παραχώσαν. Έλεγε την αλήθεια στους φτωχούς Γι’ αυτό κι οι πλούσιοι τη σκοτώσαν»- Μπέρτολντ Μπρεχτ

Στις 15 Γε­νά­ρη του 1919, στρα­τιω­τι­κά και πα­ρα­στρα­τιω­τι­κά ακρο­δε­ξιά απο­σπά­σμα­τα (Freikorps), κατ’ εντο­λή της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής κυ­βέρ­νη­σης της Γερ­μα­νί­ας που είχε επι­κη­ρύ­ξει το κε­φά­λι της με 100.000 μάρκα, συ­νέ­λα­βαν και δο­λο­φό­νη­σαν τη Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ μαζί με τον Καρλ Λί­μπνε­χτ και άλ­λους συ­ντρό­φους της. Με τους υπο­κό­πα­νους των όπλων έσπα­σαν το κε­φά­λι της και μετά ένας υπο­λο­χα­γός της έδωσε τη χα­ρι­στι­κή βολή και την πέ­τα­ξαν από μια γέ­φυ­ρα σε ένα πο­τά­μι του Βε­ρο­λί­νου.

Για τέσ­σε­ρις μήνες η τύχη της «αγνο­ού­νταν». Η κυ­βέρ­νη­ση ποτέ δεν πα­ρα­δέ­χτη­κε τη δο­λο­φο­νία και διέ­δι­δε, δια μέσου της κε­ντρι­κής σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής εφη­με­ρί­δας «Vorwärts», ότι η Ρόζα είχε τάχα λυν­τσα­ρι­στεί από το πλή­θος. Το Μάη του 1919, το πτώμα της ξε­βρά­στη­κε, σε προ­χω­ρη­μέ­νη απο­σύν­θε­ση, στην όχθη του πο­τα­μού και η αλή­θεια άρ­χι­σε να γί­νε­ται γνω­στή. Τον Ιούνη του 1919, εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες ερ­γά­τες πήραν μέρος στην κη­δεία της, απο­δί­δο­ντας τον τε­λευ­ταίο φόρο τιμής στη με­γά­λη μαρ­ξί­στρια και επα­να­στά­τρια.

Ο θά­να­τος της Λού­ξε­μπουργκ και του Λί­μπνε­χτ, όπως και χι­λιά­δων επα­να­στα­τη­μέ­νων ερ­γα­τών του Βε­ρο­λί­νου, ση­μα­το­δό­τη­σε το τέλος της (άγνω­στης σε πολ­λούς) γερ­μα­νι­κής επα­νά­στα­σης του 1918-19 και την προ­σω­ρι­νή στα­θε­ρο­ποί­η­ση της κα­πι­τα­λι­στι­κής εξου­σί­ας, όχι πια με το αυ­το­κρα­το­ρι­κό κα­θε­στώς του Κάι­ζερ που είχε γκρε­μι­στεί από τις μάζες το 1918, αλλά με τη μορφή της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής «δη­μο­κρα­τί­ας» (τη λε­γό­με­νη «δη­μο­κρα­τία της Βαϊ­μά­ρης»).

Η κα­τα­στο­λή της «εξέ­γερ­σης του Σπάρ­τα­κου», όπως έμει­νε γνω­στή (λόγω του ότι οι Σπαρ­τα­κι­στές –η πο­λι­τι­κή ομάδα όπου ανή­καν η Λού­ξε­μπουργκ και ο Λί­μπνε­χτ– είχαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρόλο στην εξέ­γερ­ση), έγινε από τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση στο όνομα της «νο­μι­μό­τη­τας». Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα έγινε για την υπε­ρά­σπι­ση της αστι­κής «νο­μι­μό­τη­τας», δη­λα­δή της εξου­σί­ας των Γερ­μα­νών κα­πι­τα­λι­στών απέ­να­ντι στους εξε­γερ­μέ­νους ερ­γά­τες.

Οι συ­νέ­πειες της ήττας της γερ­μα­νι­κής επα­νά­στα­σης ήταν τε­ρά­στιας ιστο­ρι­κής ση­μα­σί­ας. Το γερ­μα­νι­κό νεαρό Κο­μου­νι­στι­κό Κόμμα, άπει­ρο και απο­κε­φα­λι­σμέ­νο, χωρίς τους ιστο­ρι­κούς ηγέ­τες του, απέ­τυ­χε να αρ­πά­ξει και την τε­λευ­ταία επα­να­στα­τι­κή ευ­και­ρία το 1923.

Το ορι­στι­κό τέλος της γερ­μα­νι­κής επα­νά­στα­σης οδή­γη­σε στον πλήρη πο­λι­τι­κό, οι­κο­νο­μι­κό και στρα­τιω­τι­κό απο­κλει­σμό της ρω­σι­κής επα­νά­στα­σης, με συ­νέ­πεια τον εκ­φυ­λι­σμό του σο­βιε­τι­κού κρά­τους και την επι­κρά­τη­ση της στα­λι­νι­κής γρα­φειο­κρα­τί­ας, της κρα­τι­κο­κα­πι­τα­λι­στι­κής αντε­πα­νά­στα­σης μέσα στη Ρωσία και πα­ράλ­λη­λα τον εκ­φυ­λι­σμό των Κο­μου­νι­στι­κών Κομ­μά­των και της Κο­μου­νι­στι­κής Διε­θνούς σε μια ιδιό­τυ­πη εκ­δο­χή του ρε­φορ­μι­σμού, που οδή­γη­σε σε απα­νω­τές ήττες την ερ­γα­τι­κή τάξη πα­γκο­σμί­ως.

Στην ίδια τη Γερ­μα­νία η «δη­μο­κρα­τία» δεν «στέ­ριω­σε» και δεν «άν­θη­σε», όπως υπό­σχο­νταν οι «νο­μι­μό­φρο­νες» σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες. Αντί­θε­τα, η ήττα και η υπο­χώ­ρη­ση του γερ­μα­νι­κού προ­λε­τα­ριά­του άνοι­ξε το δρόμο στους ναζί του Χί­τλερ. Η αστι­κή τάξη της Γερ­μα­νί­ας, πέ­τα­ξε σαν στυμ­μέ­νες λε­μο­νό­κου­πες τους σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες ηγέ­τες, αφού είχαν κάνει τη βρό­μι­κη δου­λειά και ανέ­θε­σε την εξου­σία στον Χί­τλερ και στο να­ζι­στι­κό κα­θε­στώς του ορ­γα­νω­μέ­νου τρό­μου.

Η αδυ­να­μία της ερ­γα­τι­κής τάξης να δώσει την επα­να­στα­τι­κή λύση στο πρό­βλη­μα της τε­ρά­στιας κρί­σης του κα­πι­τα­λι­στι­κού κα­θε­στώ­τος πα­γκο­σμί­ως , επέ­τρε­ψε στις αστι­κές τά­ξεις των δια­φό­ρων χωρών μια νέα τε­ρά­στια κούρ­σα των εξο­πλι­σμών και τε­λι­κά στο Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, τον πιο φο­νι­κό και βάρ­βα­ρο πό­λε­μο στην ιστο­ρία, που άφησε «κλη­ρο­νο­μιά» στην αν­θρω­πό­τη­τα αμέ­τρη­τα εκα­τομ­μύ­ρια νε­κρούς και σα­κα­τε­μέ­νους, τε­ρά­στια κα­τα­στρο­φή και πείνα, την απί­στευ­τη φρίκη του ολο­καυ­τώ­μα­τος και τον εφιάλ­τη της πυ­ρη­νι­κής βόμ­βας.

Η Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ είχε προει­δο­ποι­ή­σει ότι, μπρο­στά στην πα­ρακ­μή του κα­πι­τα­λι­σμού, το πραγ­μα­τι­κό δί­λημ­μα της αν­θρω­πό­τη­τας είναι σο­σια­λι­σμός ή βαρ­βα­ρό­τη­τα. Το ότι θα επι­κρα­τού­σε η βαρ­βα­ρό­τη­τα δεν ήταν μοι­ραίο. Η Ρόζα δεν ήταν μοι­ρο­λά­τρης, πί­στευε ακρά­δα­ντα ότι σε αυτό το δί­λημ­μα θα απα­ντού­σε η δράση των αν­θρώ­πων. Της άρεσε να κάνει λο­γο­παί­γνιο με την κλα­σι­κή φράση του Μαρξ, λέ­γο­ντας: «Οι άν­θρω­ποι πράγ­μα­τι δεν δια­λέ­γουν τις συν­θή­κες κάτω από τις οποί­ες κά­νουν την ιστο­ρία τους, αλλά την ιστο­ρία τη γρά­φουν οι άν­θρω­ποι με τη δράση τους».

Πρώτη από όλους τους με­γά­λους επα­να­στά­τες των αρχών του 20ού αιώνα, η Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ ρί­χτη­κε στη μάχη για να ξε­κα­θα­ρί­σει ποιος ήταν ο πραγ­μα­τι­κά ρε­α­λι­στι­κός δρό­μος για να αλ­λά­ξει ο κό­σμος και να κα­τα­πο­λε­μη­θούν οι αυ­τα­πά­τες που οδη­γού­σαν στην ήττα. Η μάχη αυτή ήταν ο αγώ­νας ενά­ντια στο ρε­φορ­μι­σμό και στον ανα­θε­ω­ρη­τι­σμό των βα­σι­κών αρχών του μαρ­ξι­σμού, η μάχη δη­λα­δή ενά­ντια στην αυ­τα­πά­τη ότι μπο­ρού­με να με­ταρ­ρυθ­μί­σου­με βαθ­μιαία τον κα­πι­τα­λι­στι­κό λύκο σε σο­σια­λι­στι­κό αρ­νά­κι και ότι η επα­νά­στα­ση είναι τάχα πε­ριτ­τή.

 

Με­ταρ­ρύθ­μι­ση ή επα­νά­στα­ση

Το πιο γνω­στό της έργο σε αυτή τη μάχη είναι το βι­βλίο της «Κοι­νω­νι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση ή επα­νά­στα­ση», που εκ­δό­θη­κε το 1900, όμως υπάρ­χουν ανα­ρίθ­μη­τα άλλα άρθρα και βι­βλία της που κα­τα­πιά­νο­νται με τη συ­γκε­κρι­μέ­νη δια­μά­χη.

Το πρώτο πράγ­μα που ξε­κα­θά­ρι­σε η Ρόζα σε αυτή την αντι­πα­ρά­θε­ση είναι το ζή­τη­μα του ρε­α­λι­σμού, το ζή­τη­μα ποιος είναι ο πραγ­μα­τι­κά εφι­κτός τρό­πος για να αλ­λά­ξου­με τον κόσμο. Με άλλα λόγια ξε­κα­θά­ρι­σε ότι η πάλη για με­ταρ­ρυθ­μί­σεις προ­ε­τοι­μά­ζει, αλλά δεν μπο­ρεί να αντι­κα­τα­στή­σει την πάλη για την επα­νά­στα­ση:

«Η νο­μο­θε­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση και η επα­νά­στα­ση δεν είναι δύο δια­φο­ρε­τι­κές μέ­θο­δοι της ιστο­ρι­κής προ­ό­δου, τις οποί­ες μπο­ρεί να δια­λέ­ξει κα­νείς μέσα στον μπου­φέ της ιστο­ρί­ας, όπως θα διά­λε­γε τα κρύα και τα ζεστά λου­κά­νι­κα, αλλά δια­φο­ρε­τι­κές στιγ­μές στην εξέ­λι­ξη της τα­ξι­κής κοι­νω­νί­ας, που αλ­λη­λο­κα­θο­ρί­ζο­νται και αλ­λη­λο­συ­μπλη­ρώ­νο­νται, αλλά και που απο­κλεί­ουν συγ­χρό­νως ή μια την άλλη, όπως π.χ. ο βό­ρειος και ο νό­τιος πόλος, η μπουρ­ζουα­ζία και το προ­λε­τα­ριά­το…

…Γι’ αυτό όποιος κη­ρύσ­σε­ται υπέρ της κοι­νω­νι­κής με­ταρ­ρύθ­μι­σης σε αντι­κα­τά­στα­ση και σε αντί­θε­ση με την κα­τά­λη­ψη της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας και της κοι­νω­νι­κής επα­νά­στα­σης, δεν δια­λέ­γει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα έναν πιο ήρεμο, πιο ασφα­λή και πιο βραδύ δρόμο προς τον ίδιο σκοπό, αλλά έναν δια­φο­ρε­τι­κό σκοπό…».

Όλη η εκ­στρα­τεία για την ανά­γκη εγκα­τά­λει­ψης του επα­να­στα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα του μαρ­ξι­σμού –στην οποία πρω­το­στα­τού­σε ο γνω­στός σο­σια­λι­στής της επο­χής Έντουαρντ Μπερν­στάιν– στη­ρι­ζό­ταν σε μια φω­το­γρα­φία της στιγ­μής για το κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα.

Την εποχή εκεί­νη η οι­κο­νο­μία ανέ­βαι­νε, οι με­γά­λες κρί­σεις φά­ντα­ζαν πα­ρελ­θόν, τα καρ­τέλ και το τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα έδει­χναν να  πε­ριο­ρί­ζουν την αναρ­χία και την αστά­θεια του συ­στή­μα­τος, τα συν­δι­κά­τα κέρ­δι­ζαν κα­τα­κτή­σεις πρω­το­φα­νείς στην ιστο­ρία, τα ερ­γα­τι­κά κόμ­μα­τα αύ­ξα­ναν την εκλο­γι­κή και κοι­νο­βου­λευ­τι­κή τους δύ­να­μη, η «πρό­ο­δος» της ερ­γα­τι­κής τάξης μαζί με την «πρό­ο­δο» και τον εξαν­θρω­πι­σμό του κα­πι­τα­λι­σμού φαί­νο­νταν ότι ήταν το μέλ­λον.

Η Ρόζα απά­ντη­σε με ένα ανη­λε­ές θε­ω­ρη­τι­κό σφυ­ρο­κό­πη­μα, ένα προς ένα, σε όλα αυτά τα επι­χει­ρή­μα­τα των με­ταρ­ρυθ­μι­στών για την τάχα αέναη πρό­ο­δο του συ­στή­μα­τος και τη δυ­να­τό­τη­τα με­ταρ­ρύθ­μι­σής του σε σο­σια­λι­σμό. Η επί­πλα­στη και προ­σω­ρι­νή «ομα­λό­τη­τα», προει­δο­ποιού­σε η Ρόζα, προ­ε­τοι­μά­ζει μόνο βα­θύ­τε­ρες κρί­σεις και πο­λέ­μους και η δυ­να­μι­κή του συ­στή­μα­τος δεν είναι η πρό­ο­δος, αλλά η πα­ρακ­μή του. Ο στό­χος της επα­νά­στα­σης όχι μόνο δεν είχε ξε­πε­ρα­στεί, αλλά η εποχή που αυτή θα γι­νό­ταν η άμεση ανα­γκαιό­τη­τα για τους κα­τα­πιε­σμέ­νους πλη­σί­α­ζε ολο­τα­χώς.

Ακρι­βώς γι’ αυτό, αν η Αρι­στε­ρά κα­τε­λάμ­βα­νε κυ­βερ­νη­τι­κές θέ­σεις σε μια κυ­βέρ­νη­ση (το πρώτο τέ­τοιο «πεί­ρα­μα» έγινε στη Γαλ­λία στις αρχές του 20ού αιώνα), με στόχο απλά την κα­λύ­τε­ρη δια­χεί­ρι­ση του συ­στή­μα­τος αντί για την ανα­τρο­πή του, θα ήταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νη να προ­δώ­σει τους ερ­γά­τες και να ακο­λου­θή­σει αντερ­γα­τι­κή και αντι­λαϊ­κή πο­λι­τι­κή. Ένα ερ­γα­τι­κό κόμμα, προει­δο­ποιού­σε προ­φη­τι­κά η Ρόζα, δεν μπο­ρεί να αυ­το­πε­ριο­ρί­ζε­ται στα πλαί­σια του κοι­νο­βου­λευ­τι­σμού και της «νο­μι­μό­τη­τας», γιατί τότε σκά­βει το λάκκο του:

«Εκεί­νο που ανα­γκά­ζει τον προ­λε­τά­ριο να μπαί­νει κάτω από το ζυγό του κε­φα­λαί­ου δεν είναι κα­νέ­νας νόμος, αλλά η ανά­γκη, το γε­γο­νός ότι στε­ρεί­ται μέσων πα­ρα­γω­γής. Ο προ­λε­τά­ριος με κα­νέ­να νόμο στον κόσμο δεν μπο­ρεί να απο­κτή­σει στο πλαί­σιο της αστι­κής κοι­νω­νί­ας πα­ρα­γω­γι­κά μέσα, γιατί τα μέσα αυτά δεν του αφαι­ρέ­θη­καν με νόμο, αλλά με την οι­κο­νο­μι­κή εξέ­λι­ξη…

…Αν ή σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία πα­ρα­συ­ρό­ταν από τούς οπορ­του­νι­στές και απο­φά­σι­ζε να πα­ραι­τη­θεί εκ των προ­τέ­ρων και μια για πάντα από τη χρη­σι­μο­ποί­η­ση της βίας, αν απο­φά­σι­ζε να υπο­χρε­ώ­σει τις ερ­γα­τι­κές μάζες να σέ­βο­νται την αστι­κή νο­μι­μό­τη­τα, τότε όλοι οι πο­λι­τι­κοί της αγώ­νες, κοι­νο­βου­λευ­τι­κοί και άλλοι, θα χρε­ο­κο­πού­σαν αξιο­θρή­νη­τα αργά ή γρή­γο­ρα, για να δώ­σουν θέση στη δίχως όρια βία της αντί­δρα­σης».

 

Αυ­θόρ­μη­το και συ­νει­δη­τό

Η Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ συ­γκλο­νί­στη­κε από την επα­νά­στα­ση του 1905 στη Ρωσία. Στην εξέ­γερ­ση των ερ­γα­τών είδε το μέλ­λον για το οποίο έπρε­πε να προ­ε­τοι­μά­ζε­ται και το γερ­μα­νι­κό σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό κόμμα (το οποίο ήταν τότε ενιαίο, καθώς ρε­φορ­μι­στές και επα­να­στά­τες συ­νυ­πήρ­χαν). Αντί­θε­τα οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ηγέ­τες του κόμ­μα­τος θε­ώ­ρη­σαν την επα­νά­στα­ση στη Ρωσία το­πι­κή ιδιορ­ρυθ­μία, αδια­νό­η­τη σε ένα κοι­νο­βου­λευ­τι­κό κα­θε­στώς όπως η Γερ­μα­νία.

Η Ρόζα ξε­σή­κω­σε θύ­ελ­λα αντι­δρά­σε­ων, όταν επι­τέ­θη­κε σφο­δρά σε αυτόν το συ­ντη­ρη­τι­σμό των ηγε­τών:

«Μέσα στις επα­να­στα­τι­κές κα­τα­στά­σεις δεν είναι στις μάζες που πρέ­πει να βά­λου­με χα­λι­νό, αλλά στους κοι­νο­βου­λευ­τι­κούς δι­κη­γό­ρους τους για να μην προ­δώ­σουν τις μάζες και την επα­νά­στα­ση».

Αυτό δεν οδη­γού­σε τη Ρόζα σε μια αναρ­χο­φι­λε­λεύ­θε­ρη «θε­ω­ρία του αυ­θόρ­μη­του», όπως πολ­λοί –εχθροί και «φίλοι»– ισχυ­ρί­στη­καν μετά το θά­να­τό της. Ήταν σε όλη της τη ζωή ορ­γα­νω­μέ­νη σε κόμ­μα­τα και κα­τα­νο­ού­σε από­λυ­τα την ανά­γκη της ηγε­σί­ας στην επα­να­στα­τι­κή πάλη:

«…Βέ­βαια, οι αρ­χη­γοί που φρε­νά­ρουν το κί­νη­μα, θα πε­τα­χτούν τε­λι­κά στην άκρη από την ορμή των μαζών. Αλλά να κα­θό­μα­στε και να πε­ρι­μέ­νου­με με την ησυ­χία μας αυτό το ευ­τυ­χές γε­γο­νός, αυτό το βέ­βαιο σήμα ότι ο και­ρός είναι πλέον «ώρι­μος», αυτό μπο­ρεί να αρ­μό­ζει μόνο με τη φι­λο­σο­φία ενός ερη­μί­τη.

…Δεν υπάρ­χει τί­πο­τα πιο ευ­με­τά­βλη­το από την αν­θρώ­πι­νη ψυ­χο­λο­γία. Ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο η ψυχή των μαζών κρύ­βει μέσα της, όπως η ατε­λεύ­τη­τη θά­λασ­σα, όλες τις λαν­θά­νου­σες δυ­να­τό­τη­τες: τη νε­κρι­κή ηρε­μία και την κα­ται­γί­δα που βρο­ντά­ει, την πιο πο­τα­πή δει­λία και τον πιο άγριο ηρω­ι­σμό. Οι μάζες είναι πάντα εκεί­νο που πρέ­πει να είναι κατά τις πε­ρι­στά­σεις και είναι πάντα έτοι­μες να γί­νουν κάτι το εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κό από εκεί­νο που φαι­νό­ταν ότι είναι. Θα ήταν ένας γε­λοί­ος κα­πε­τά­νιος εκεί­νος που θα κα­θό­ρι­ζε την πο­ρεία του από τη στιγ­μιαία θέα της επι­φά­νειας του νερού και δεν θα έπαιρ­νε τα μάτια του για τις κα­ται­γί­δες που ο ου­ρα­νός τον προει­δο­ποιού­σε ότι έρ­χο­νται…».

Το μόνο λάθος της –το με­γα­λύ­τε­ρο στη ζωή της– ήταν η πε­ποί­θη­ση ότι η «ορμή των μαζών» θα ήταν αρ­κε­τός πα­ρά­γο­ντας για να λύσει και το ζή­τη­μα της ηγε­σί­ας, όταν φτά­σει η ώρα. Η αν­θρώ­πι­νη ψυ­χο­λο­γία είναι πράγ­μα­τι ευ­με­τά­βλη­τη, αλλά δεν είναι το ίδιο ευ­με­τά­βλη­τη στους ηγέ­τες και τις μάζες, στους ορ­γα­νω­μέ­νους και σ’ αυ­τούς που πρώτη φορά μπαί­νουν στην πάλη. Η βάση των κομ­μά­των και των κι­νη­μά­των πράγ­μα­τι σε επα­να­στα­τι­κές επο­χές με­τα­το­πί­ζε­ται σχε­τι­κά εύ­κο­λα σε ανα­τρε­πτι­κές αντι­λή­ψεις (όπως και το αντί­στρο­φο σε αντε­πα­να­στα­τι­κές κα­τα­στά­σεις).

Είναι εύ­κο­λο στους αγω­νι­στές της βάσης να αλ­λά­ξουν τη «θε­ω­ρία» τους για τον κόσμο και να ασπα­στούν μια και­νού­ρια που να ται­ριά­ζει στις ανά­γκες τους. Δεν ισχύ­ει όμως κα­θό­λου το ίδιο για τους ορ­γα­νω­μέ­νους, για τους μα­κρο­χρό­νια ενταγ­μέ­νους στην πο­λι­τι­κή πάλη και κυ­ρί­ως για τα στε­λέ­χη και τους αρ­χη­γούς. Αυτοί έχουν μια μα­κρό­χρο­νη εμπει­ρία και μια σχε­τι­κά ακλό­νη­τη θε­ω­ρία που τους κα­θο­δη­γεί. Αν η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τους δια­ψεύ­σει και οι επα­να­στα­τι­κές λύ­σεις γί­νουν ανα­γκαί­ες, το απο­τέ­λε­σμα δεν είναι συ­νή­θως η αλ­λα­γή της αντί­λη­ψης των αρ­χη­γών προς τη σωστή κα­τεύ­θυν­ση, αλλά προς την αντί­θε­τη: προς την υπε­ρά­σπι­ση των θέ­σε­ων που τους έκα­ναν αρ­χη­γούς, ακόμα κι αν αυτές οι θέ­σεις τους οδη­γούν πια στο πλευ­ρό της αντί­δρα­σης και της αντε­πα­νά­στα­σης.

Η στάση των ηγε­τών του σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κού κόμ­μα­τος απέ­να­ντι στη γερ­μα­νι­κή επα­νά­στα­ση, με τη δο­λο­φο­νία της Λού­ξε­μπουργκ και τη σφαγή των εξε­γερ­μέ­νων ερ­γα­τών, ανέ­δει­ξε με τρα­γι­κό τρόπο αυτό το λάθος της με­γά­λης επα­να­στά­τριας.

Η μάχη που έδωσε η Λού­ξε­μπουργκ ενά­ντια στο ρε­φορ­μι­σμό ήταν λα­μπρή και ανει­ρή­νευ­τη. Όμως πε­ριο­ρί­στη­κε μόνο στο επί­πε­δο των ιδεών, δεν ολο­κλή­ρω­σε τον αγώνα της στο ανα­γκαίο συ­μπλή­ρω­μα της ορ­γά­νω­σης. Την επιρ­ροή που κέρ­δι­ζε με τις ιδέες της, δεν επι­χεί­ρη­σε ποτέ να τη με­τα­τρέ­ψει σε μια ορ­γα­νω­μέ­νη επα­να­στα­τι­κή πτέ­ρυ­γα μέσα στο σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό κόμμα, μια πτέ­ρυ­γα που θα ανα­δεί­κνυε τους δι­κούς της επα­να­στά­τες αρ­χη­γούς και τη δική της ορ­γα­νω­μέ­νη βάση, μια ορ­γα­νω­μέ­νη δύ­να­μη ικανή να αντι­κα­τα­στή­σει τους ρε­φορ­μι­στές ηγέ­τες την κρί­σι­μη στιγ­μή και να τεθεί επι­κε­φα­λής των επα­να­στα­τη­μέ­νων ερ­γα­τών για την ορι­στι­κή ανα­τρο­πή του κα­πι­τα­λι­σμού.

Όμως η συ­νει­σφο­ρά της Ρόζας στο μαρ­ξι­σμό είναι ανα­ντι­κα­τά­στα­τη και πο­λύ­τι­μη. Η ση­με­ρι­νή κρίση του συ­στή­μα­τος φέρ­νει ξανά μπρο­στά μας το δί­λημ­μα σο­σια­λι­σμός ή βαρ­βα­ρό­τη­τα. Αν θέ­λου­με αυτή τη φορά να κα­τα­φέ­ρου­με να το απα­ντή­σου­με νι­κη­φό­ρα, οφεί­λου­με να δι­δα­χτού­με πάρα πολλά από τη Λού­ξε­μπουργκ, αυτού του «αετού», όπως την απο­κα­λού­σε ο Λένιν, τόσο από τα ύψη που έφτα­σε με το έργο της, όσο και από τα λάθη της, όταν πε­τού­σε χα­μη­λά.

 

Βι­βλιο­γρα­φία

1.     Δη­μή­τρης Χα­ρι­τό­που­λος: «Η Γερ­μα­νι­κή Επα­νά­στα­ση 1918-1923» http://​v1dea.​2square.​gr/​index.​php?​option=com_​content&​task=view&​id=2137&​Itemid=46

2.     Πωλ Φρέ­λιχ: «Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ».

3.     Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ: «Με­ταρ­ρύθ­μι­ση ή επα­νά­στα­ση».

4.     Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ: «Μα­ζι­κή απερ­γία, κόμμα, συν­δι­κά­τα».

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s